chevron-down chevron-left chevron-right chevron-up home circle comment double-caret-left double-caret-right like like2 twitter epale-arrow-up text-bubble cloud stop caret-down caret-up caret-left caret-right file-text

EPALE

Ηλεκτρονική Πλατφόρμα για την Εκπαίδευση Ενηλίκων στην Ευρώπη

 
 

Ιστολόγιο

Εκπαίδευση και ανισότητες των ενηλίκων: Ποια ερωτήματα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά το σχεδιασμό των Αναβαθμισμένων Διαδρομών;

27/03/2018
από Simon BROEK
Γλώσσα: EL
Document available also in: EN FI DE FR LV ET IT PL ES HU HR

/en/file/inequalities-and-adult-learningInequalities and adult learning

Inequalities and adult learning

 

Η εκπαίδευση ενηλίκων θεωρείται ευρέως ως ένα εργαλείο για κοινωνική ένταξη, αλλά ο Θεματικός Συντονιστής της EPALE Simon Broek εκφέρει μια εναλλακτική άποψη - ότι εάν δεν εφαρμοστεί σωστά, η εκπαίδευση ενηλίκων μπορεί να συμβάλει στην ανισότητα.

 

Τις τελευταίες δεκαετίες, σε πολλά έγγραφα πολιτικής (σε ευρωπαϊκό επίπεδο), η εκπαίδευση ενηλίκων αναγνωρίστηκε ως μια δεύτερη ευκαιρία, ως ένας τρόπος για την επίλυση κενών δεξιοτήτων και ανισοτήτων μεταξύ διαφορετικών ομάδων ενηλίκων. Επίσης, σύμφωνα με την πρωτοβουλία των Διαδρομών Αναβάθμισης Δεξιοτήτων - Upskilling Pathways:


Σχεδόν 70 εκατομμύρια Ευρωπαίοι δυσκολεύονται με τη βασική ανάγνωση και γραφή, τον υπολογισμό, τη χρήση ψηφιακών εργαλείων στην καθημερινή ζωή. Χωρίς αυτές τις δεξιότητες, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανεργίας, φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.


Το Upskilling Pathways στοχεύει να βοηθήσει τους ενήλικες να αποκτήσουν ένα ελάχιστο επίπεδο γραμματισμού, αριθμητικής και ψηφιακών δεξιοτήτων ή / και να αποκτήσουν ένα ευρύτερο σύνολο δεξιοτήτων προχωρώντας προς την κατεύθυνση απόκτησης ενός τίτλου ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή ισοδύναμου (επίπεδο 3 ή 4 στο Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Επαγγελματικών Προσόντων) ανάλογα με τις εθνικές συνθήκες.

 

Η εκπαίδευση ενηλίκων αυξάνει τις ανισότητες;

Υπάρχει, ωστόσο, μια άλλη οπτική γωνία για τον ρόλο της εκπαίδευσης ενηλίκων σε σχέση με τις ανισότητες - ότι στην πραγματικότητα συμβάλει στην αύξησή τους. Ας εξερευνήσουμε περαιτέρω αυτή τη θέση.
 

Πολλές μελέτες έχουν επιβεβαιώσει ότι ο βαθμός των εκπαιδευτικών επιπέδων επηρεάζουν τη συμμετοχή στην εκπαίδευση ενηλίκων. Τα άτομα τα οποία έχουν ολοκληρώσει τουλάχιστον την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, έχουν τριπλάσιες πιθανότητες να συμμετάσχουν στην εκπαίδευση ενηλίκων. Αυτό αναφέρεται ως το αποτέλεσμα του συσσωρευμένου πλεονεκτήματος: όσοι έχουν ευκαιρίες αντλούν περισσότερα από αυτές, ενώ εκείνοι που δεν έχουν ευκαιρίες καταλήγουν σε αδιέξοδα.

 

Η περίπτωση της αυτοματοποίησης

Ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) διενήργησε ανάλυση σχετικά με το μερίδιο των θέσεων εργασίας που κινδυνεύουν από αυτοματοποίηση:

  • 15% των εργασιών θα μπορούσαν να γίνουν από υπολογιστές και μηχανές
  • 30% των εργασιών αντιμετωπίζουν σημαντικό ρίσκο να  αυτοματοποιηθούν πλήρως.

Αυτό φαίνεται ανησυχητικό, αλλά δεν είναι ασυνήθιστο - οι εργαζόμενοι πάντα προσαρμόζονται και θα συνεχίσουν να το κάνουν.

Για να είναι σε θέση να προσαρμοστούν, οι εργαζόμενοι πρέπει να είναι εξοπλισμένοι με τα σωστά σύνολα δεξιοτήτων, και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα της εκπαίδευσης ενηλίκων που αυξάνει τις ανισότητες.

Η ανάλυση του ΟΟΣΑ (που έγινε βάσει του PIAAC) δείχνει ότι ο αυτοματισμός είναι πιθανότερο να προκαλέσει περαιτέρω πόλωση της αγοράς εργασίας από τη μαζική ανεργία. Όσοι δεν έχουν τις δεξιότητες και τις ικανότητες για να αποκτήσουν θέσεις εργασίας υψηλότερου επιπέδου, θα έχουν λιγότερες ευκαιρίες να σημειώσουν πρόοδο στην καριέρα και τη ζωή τους.

Όλοι γνωρίζουμε ότι οι ενήλικες χαμηλής ειδίκευσης συμμετέχουν λιγότερο στην κατάρτιση σε σύγκριση με αυτούς που διαθέτουν υψηλά προσόντα. Επιπλέον, οι ΜΜΕ παρέχουν λιγότερη κατάρτιση στους εργαζομένους από ό, τι οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Με αυτό υπόψιν, οι δυνατότητες κατάρτισης για τους χαμηλής ειδίκευσης υποψηφίους τείνουν να διευρύνουν την πόλωση αντί να την λύσουν. Αυτό οφείλεται επίσης στο γεγονός ότι είναι αποδοτικότερο για τους εργοδότες να επενδύουν σε ήδη εκπαιδευμένους ανθρώπους από το να εκπαιδεύουν το προσωπικό από το μηδέν.

 

Διαδρομές Αναβάθμισης Δεξιοτήτων - Upskilling Pathways

Πώς διασφαλίζουμε ότι οι νέες πολιτικές αποτελούν μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος; Πρόκειται για ένα ζήτημα που πρέπει να απαντήσουν οι εθνικοί φορείς χάραξης πολιτικής και οι ενδιαφερόμενοι για την εκπαίδευση ενηλίκων κατά το σχεδιασμό της προσέγγισής τους για τη βελτίωση των δεξιοτήτων. Υπάρχουν όμως και άλλα ερωτήματα που πρέπει να εξετάσουν, όπως:

• Πόσο προσιτή είναι η εκπαίδευση ενηλίκων για όλους τους ενήλικες; Ποια είναι τα εμπόδια για τους εκπαιδευόμενους να ξεκινήσουν μια πορεία μάθησης;

• Πώς ενθαρρύνονται οι μαθητές για να μάθουν; Ποιες δομές υποστήριξης υπάρχουν για τους μειονεκτούντες μαθητές;

• Πόσο αποτελεσματικές είναι οι πολιτικές προσέγγισης σε αυτούς που απευθύνονται που χρειάζονται την καλύτερη μάθηση;

• Σε ποιο βαθμό είναι η εκμάθηση προσαρμοσμένη στις ανάγκες εκείνων που την χρειάζονται περισσότερο;

Συμπερασματικά, ο στόχος της πρωτοβουλίας Upskilling Pathways είναι να παρέχει σε όλους τους ενήλικες ευκαιρίες για αναβάθμιση. Ωστόσο, αυτό σημαίνει ότι οι πολιτικές πρέπει να στοχεύουν σε ομάδες που είναι δύσκολο να προσεγγίσουν και να συμμετάσχουν, κάτι που αποτελεί μια δαπανηρή διαδικασία με αβέβαια αποτελέσματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πρέπει να αμφισβητήσουμε τις παρούσες πολιτικές ώστε να καταφέρουμε περισσότερα και να δημιουργήσουμε συστήματα στα οποία η εκπαίδευση ενηλίκων είναι πράγματι η λύση για τις ανισότητες.


Ο Simon Broek έχει συμμετάσχει σε πολλά ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα σχετικά με την εκπαίδευση, τα θέματα της αγοράς εργασίας και τις ασφαλιστικές εργασίες. Συμβουλεύει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς σε θέματα που σχετίζονται με τις εκπαιδευτικές πολιτικές, τη δια βίου μάθηση και τα ζητήματα της αγοράς εργασίας και είναι διευθύνων σύμβουλος στο Ινστιτούτο Υποστήριξης Πολιτικής του Ockham.

 

Share on Facebook Share on Twitter Epale SoundCloud Share on LinkedIn
Refresh comments Enable auto refresh

Εμφάνιση 11 - 15 από 15
  • Εικόνα Alfrēds Mežulis
    Bet vai tu šeit nerunā par tādu utopisku pašpilnveidošanos, kas pārsvarā raksturīga tikai akadēmiķu kopienai? Es domāju, ka paši sevi pilnveidot, ja, piemēram, atalgojums no tā neizmainīsies, ir ieinteresēti stipri vien mazāk nekā puse Latvijas iedzīvotāju (šis, protams, tikai balstoties uz paša līdzšinējo pieredzi). Šeit, šķiet, vaina ir jāuzveļ nevis indivīdam, bet sabiedrības domai kā tādai, kuras rosināšana aizsākas jau skolas laikā. Vairums vecāku tik grib, lai bērns līdz 18 gadu vecumam izaug veselīgs, gudrs un ar mērķi, kur strādāt, taču reti kurš vecāks domā, kā tikai iemācīt jaunietim vēlmi izzināt pasauli visas dzīves laikā. Tas tiek uzskatīts par gandrīz vai par bohēmisku dzīvesstilu — izzināt pasauli un pilnveidot sevī spējas, kas tikai iespējams varētu palīdzēt. Es šobrīd rakstot piefiksēju, ka laikam esmu viegli novirzījies no temata, taču, lai pievilktu atpakaļ, gribu teikt, ka paša intelekta un pasaules izpratnes attīstīšanai, manuprāt, ir daudzkārt svarīgāka loma sabiedrības vienlīdzībā par to, kādu summu indivīds pelna par padarīto darbu.
  • Εικόνα Marta Zedina
    Skumji, ka darba devēji nepiedāvā darba ņēmējiem iespējas savā specifikā(nepiedāvā kursus pilnveidei savā profesijā vai piedāvā, bet neapmaksā). Ir dzirdēti gadījumi, ja cilvēks grib strādāt korektā darbā, viņam pirms tam jāiziet kursi par "bargu" naudu un pēc tam, varbūt tik tiks tajā darba vietā. Tas grauj stimulu,manuprāt, jebkuram darba ņēmējam.
    Taču neskatoties uz to ir iespējas pilnveidoties, papildināt vai iemācīties pamatprasmes no jauna, taču vai izmanto? Bet par vienu no šķēršļiem savā pilnveides ceļa kļust dārgās izmaksas, nav laika vai citi iemesli. Protams, ir cilvēki kas iet mācās pilnveidojās(kursos, augstākā izglītība utt.). Taču ir arī tādi,kas neiet un to ir ļoti daudz. Kauna sajūta, nespēja vai citi iemesli arī ietekmē visu šo pilnveides procesu. Viņu pamatprasmes pakāpeniski krītās un jaunā darba vai esošajā darba vietā iespējas palikt kļūst mazāk, jo prasmes pilnveidojās un netiek atgūtās vai pamatprasmes elementārās tiek aizmirstas.
    Visu laiku sanāk mācīties, taču nedrīkst apstāties pie pirmajām grūtībām. Iegūsti izglītību,neveicās ņem nākamo mācies, atkal nesanāk vēl vienu utt. Nevar apstāties pie pirmajām grūtībām ir jācīnās.

  • Εικόνα Rolands Marcinkevics
    Un atkal kāpjam uz tiem pašiem grābekļiem. Kāpēc jācenšās cīnīties ar sekām un meklēt risinājumus, nevis tā vietā pētītu cēloņus, kas ir noveduši pie tā, ka ir šie pieaugušie, kuri neprot ne lasīt, ne rakstīt? Un es nerunāju tikai par tiem, kuriem ir mācīšanās problēmas? Kāpēc jau no pirmajām klasēm skolēniem nemēģinam iemācīt ka attīstība un plašāks redzesloks ir tieši viņiem ajadzīgs? Kāpēc bibliotēkās redzams arvien mazāks skolēnu skaits, kas lasītu grāmatas, bet pieļaujam, ka daudzi skolēni, kas pavada bibliotēkā laiku, jo tur ir vienīgā vieta, kur tikt pie datora ar bezmaksas internetu??? Kāpēc Vasts līmenī (un pat vēl augstākā) mēs pieļaujam to, ka bērni var iegrimt planšetēs, telefonos, datoros, neredzot neko no apkārtējā, bet kļūstot par atkarīgiem no tehnoloģijām un ne jau tajā labākajā nozīmē? Kad atjēdzas, tad ir jau par vēlu, jo ir neskaitāmi pētījumi veikti par mācīšanās iespējām, ka tieši bērnībā ir vislabākās jaunu zināšanu uzņemšanas spējas, un ja tās neattīsta, tad pieaugušam panākt šo līmeni vairs nav iespējams. Ne jau visiem jākļūst par profesoriem, mums jau šobrīd VISĀS sfērās kļūst arvien mazāk speciālistu, un darba devējiem nekas neatliek, kā aizvietot šīs tukšās vietas ar mehānismiem, tādā veidā palielinot vēl vairāk plaisu?
    Varbūt tomēr visiem kopā saņemties un mēģināt panākt, lai bērniem ir vēlme un interese macīties (arī tiem, ko sociālie dienesti "palaiž garām skolai")?
  • Εικόνα Monta Vanaga
    Piekrītu uzskatam, ka visticamāk, cilvēki, kam jau ir kāda izglītība, noteikti radīs iespēju arī izglītoties 2., 3. un vēl 5. reizi, turpretī, cilvēkiem, kas nav pat vienu izglītību pabeiguši, ir grūtības saņemties pat to izdarīt, kur nu vēl tālāk mācīties. Es pieļauju, ka tas savā ziņā ir saistīts ar pašcieņu un kauna izjūtu. Tomēr ir ļoti žēl, ka šādi cilvēki atrod laiku "pačīkstēt" par situāciju valstī, tomēr neizmanto daudzās sniegtās iespējas, kas lielākoties ir bezmaksas. Otrs variants ir, ka viņiem tā ir vieglāk, jo pašam nav nekas jādara, bet valsts jau tā pat parūpēsies. 
    Es pati esmu savā ziņā labs piemērs, kas bērnībā necerēja, ka vispār spēšu atļauties studēt augstskolā. Varbūt man paveicās, ka man interesē eksaktās zinātnes, līdz ar to ir iespēja studēt par valsts budžeta līdzekļiem. Bet tik un tā, jebkuram ir tāda iespēja, pat ja tik ļoti neiet pie sirds, sākumā izmācīties kaut ko vienu par budžeta līdzekļiem, pēc tam, kad profesija rokās un darbs iegūts, var jau meklēt un iet studēt kaut ko kas sirdij tuvāks. 
    Par sevi personīgi varu galvot, ka man atbilst un arī turpmāk atbildīs teiciens "Mūžu dzīvo, mūžu mācies". 
  • Εικόνα Riina Kütt
    Erakordselt hea teemapüstitus! Usun, et enamik täiskasvanute koolitamisega tegevad olevad inimesed on kogenud just sedasama, et õppima tulevad eelkõige need, kes on harjunud õppima. St ka Eestis on samasugune probleem. Küll aga peaks selle sõlmküsimuse lahendamiseks või leevendamiseks vaatma haridussüsteemile märksa laiemalt. Täiskasvanute täiendkoolitus on õppijate jaoks ei-tea-kui-mitmes-ring ning siin tegeletaksegi suures osas kas varasema õpitee tulemuste või tagajärgedega. Kõige tähtsam on ikkagi see, missuguseks kujuneb inimese õpikogemus formaalhariduses selle kõige esimestest astmetest alates. Nimetet kogemust mõjutab omakorda see, missugune on haridussüsteem üldiselt - eligalitaarne või elitaarne. Poliitilisel tasandil otsustatud ja rakenduslikul tasandil ellu viidud ühtsuskool on see, mis aitab vältida elitaarsest hariduskorraldusest tulenevat ebavõrdsust ning omakorda sellest tulenevaid ühiskondlikke probleeme nii lühikeses, pikas kui ülipikas perspektiivis. Imelik, et artikli autor seda võtmeaspekti oma kirjutises üldse ei puudutanud. Kas poliitiline tabuteema?